στραβολαίμης


στραβολαίμης
-α, -ικο, Ν
1. αυτός που έχει τον λαιμό λοξό, με κλίση προς τα πλάγια
2. κοινή ονομασία τού δρυοκολαπτόμορφου πτηνού Jynx torquilla.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στραβ(ο)-* + -λαίμης (< λαιμός), πρβλ. μακρυ-λαίμης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στραβολαίμης — ο είδος πουλιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στραβολαίμης, -α, -ικο — αυτός που έχει στραβό λαιμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στραβολαιμιάζω — Ν [στραβολαίμης] 1. στραβώνω τον λαιμό κάποιου, τόν πιάνω και τού στρίβω τον αυχένα προς μία πλευρά 2. γίνομαι στραβολαίμης από τη συχνή ή πολύωρη στροφή τού λαιμού προς την ίδια κατεύθυνση ή από ψύξη 3. πάσχω από συγγενή δυσμορφία τού κεφαλιού… …   Dictionary of Greek

  • γλωσσάς — ού, άδικο και άρικο και ούδικο 1. φλύαρος 2. αυθάδης, αθυρόστομος 3. το αρσ. ως ουσ. ονομασία του πτηνού ίυγξ ο στρεψίλαιμος, ο στραβολαίμης …   Dictionary of Greek

  • κυρταυχενίζω — [κυρταύχην] έχω κυρτό αυχένα, είμαι στραβολαίμης …   Dictionary of Greek

  • κυρταύχην — ο, η (Α κυρταύχην, ενος, ό, ή) αυτός που έχει κυρτό αυχένα, στραβολαίμης νεοελλ. φρ. «κυρταύχην ἵππος» το άλογο που, όταν βαδίζει, φέρει την κεφαλή και τον τράχηλο προς το στήθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυρτός + αὐχήν (πρβλ. καμπυλ αύχην, κρατερ αύχην)] …   Dictionary of Greek

  • ραιβόκρανος — η, ο / ῥαιβόκρανος, ον, ΝΜΑ αυτός που έχει ραιβό, δηλαδή στραμμένο, το κεφάλι του προς τη μία πλευρά, στραβοκέφαλος, στραβολαίμης νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ραιβόκρανο ιατρ. ανωμαλία κατά την οποία η κεφαλή έλκεται προς το ένα πλάγιο και… …   Dictionary of Greek

  • στραβ(ο)- — Ν α συνθετικό πολλών λ. τής Νέας Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίθ. στραβός και δηλώνει είτε επισφαλή όραση είτε ότι το β’ συνθετικό είναι λοξό, στρεβλό ή ότι γίνεται με εσφαλμένο τρόπο. ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) στραβακούω, στραβοβλέπω,… …   Dictionary of Greek

  • στραβολαιμιά — η, Ν [στραβολαίμης] το να έχει κανείς στραβό λαιμό, το να γέρνει ο λαιμός του προς τα πλάγια …   Dictionary of Greek

  • στραβολαιμιάζω — στραβολαίμιασα, στραβολαιμιάστηκα, στραβολαιμιασμένος 1. γίνομαι στραβολαίμης: Κρύωσα και στραβολαιμιάστηκα. 2. καταπονώ το λαιμό μου στρέφοντας το κεφάλι προς τα πλάγια: Στραβολαιμιάστηκα κοιτώντας το γραπτό του διπλανού μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.